- 19 Απριλίου, 2026
Πρόταση για την ένταξη της οριογραμμής των πρώτων συνόρων στην Άυλη Πολιτιστική Κληρονομιά
Από τον κο Στέφανο Σταμέλλο λάβαμε και δημοσιεύουμε:
Τα πρώτα ελληνικά σύνορα, όπως οριστικοποιήθηκαν με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου το 1832 (γραμμή Αμβρακικού-Παγασητικού), δεν αποτέλεσαν απλώς μια γεωγραφική οριοθέτηση, αλλά ένα πεδίο διαμόρφωσης μιας πλούσιας άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς, που επιβιώνει έως σήμερα. Η άυλη αυτή κληρονομιά αντανακλά τη διαδικασία ενσωμάτωσης των πρώτων ελεύθερων περιοχών στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος, και ειδικά στις δύσκολες αυτές περιοχές.
Η άυλη κληρονομιά αυτής της ζώνης των συνόρων περιλαμβάνει:
√ Προφορικές Παραδόσεις και Ιστορίες: Διηγήσεις που συνδέουν τον αγώνα της ανεξαρτησίας με την οριοθέτηση, ιστορίες για τους «συνοριοφύλακες» και για τους ληστές που έδρασαν στις περιοχές αυτές.
√ Τοπικά Έθιμα και Δρώμενα: Παραδοσιακά έθιμα που ενισχύουν την τοπική ταυτότητα των κοινοτήτων, που βρέθηκαν ξαφνικά στο μεταίχμιο μεταξύ του νέου ελληνικού κράτους και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
√ Κοινωνικές Πρακτικές: Τρόποι οργάνωσης των συνοριακών κοινωνιών, η διαχείριση των σχέσεων με την «άλλη πλευρά», η σημασία των πανηγυριών ως χώρων συνάντησης και ανταλλαγής πολιτισμικών στοιχείων.
√ Παραδοσιακές Τεχνικές: Γνώσεις σχετικές με την αρχιτεκτονική (π.χ. ξερολιθιές, πέτρινα γεφύρια), που καθόρισαν το συνοριακό τοπίο και την επιβίωση σε δύσβατες περιοχές.
Η Άυλη Πολιτιστική Κληρονομιά, σύμφωνα με την UNESCO (Σύμβαση 2003), αφορά ζωντανές παραδόσεις, προφορικές παραδόσεις, κοινωνικές πρακτικές, τελετουργίες και γνώσεις. Η ένταξη ιστορικών τοποσήμων, τοπωνυμίων ή γεγονότων συνήθως γίνεται μέσω της καταγραφής της βιωματικής εμπειρίας ή προφορικών μαρτυριών που συνδέονται με αυτά.
Η ένταξη της οριογραμμής των πρώτων συνόρων του σύγχρονου ελληνικού κράτους στον Εθνικό Κατάλογο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς συνιστά μια ουσιαστική πράξη αναγνώρισης της ιστορικής μνήμης και της διαδικασίας εδαφικής συγκρότησης της χώρας. Δεν πρόκειται απλώς για μια γεωγραφική γραμμή, αλλά για ένα σύνθετο ιστορικό τοπίο και περιοχή, όπου διασταυρώθηκαν διακρατικές συμφωνίες και αποφάσεις, τοπικές κοινωνίες και καθημερινές πρακτικές επιβίωσης.
Η συνοριακή αυτή γραμμή αποτέλεσε για πενήντα χρόνια ένα ζωντανό όριο ανάμεσα σε δύο κόσμους: το νεοσύστατο ελληνικό κράτος και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στην πράξη, όμως, τα σύνορα δεν ήταν ποτέ απολύτως «στεγανά». Αντιθέτως, διαμορφώθηκαν ως πεδία αλληλεπίδρασης, ανταλλαγών αλλά και εντάσεων. Στις παραμεθόριες περιοχές αναπτύχθηκαν ιδιαίτερες μορφές ζωής, με κατοίκους που συχνά κινούνταν ανάμεσα σε δύο διοικητικά και πολιτισμικά περιβάλλοντα.
Σημαντικό ρόλο σε αυτή την καθημερινότητα είχαν τα φυλάκια, τα περάσματα και οι μικρές οχυρωματικές εγκαταστάσεις, αλλά και οι ίδιοι οι άνθρωποι των συνόρων: συνοριοφύλακες, ντερβέντηδες, έμποροι και αγρότες. Οι διαδρομές που ακολουθούσαν -μονοπάτια, ορεινά περάσματα και δρόμοι εμπορίου- συγκροτούν σήμερα ένα δίκτυο ιστορικών οδοιπορικών, που επιτρέπει την ανασύνθεση της εμπειρίας του χώρου όπως βιωνόταν τον 19ο αιώνα.
Η ανάδειξη αυτής της οριογραμμής ως στοιχείου άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς δεν περιορίζεται στη διατήρηση υλικών καταλοίπων. Εστιάζει κυρίως στη μνήμη, στις αφηγήσεις και στις πρακτικές που συνδέονται με τα σύνορα: ιστορίες μετακίνησης, συγκρούσεων, συνεργασίας και καθημερινής ζωής. Μέσα από την καταγραφή και την προβολή αυτών των στοιχείων, δημιουργείται ένα νέο πεδίο κατανόησης της ιστορίας, που δεν εστιάζει μόνο στα μεγάλα γεγονότα, αλλά και στις εμπειρίες των ανθρώπων.
Τελικά, η πρόταση ένταξης της πρώτης συνοριακής γραμμής στον Εθνικό Κατάλογο μπορούμε να πούμε ότι λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Αναδεικνύει τη σημασία των συνόρων όχι μόνο ως διαχωριστικής γραμμής, αλλά και ως τόπων συνάντησης και διαμόρφωσης ταυτοτήτων, συμβάλλοντας σε μια πιο σύνθετη και ώριμη προσέγγιση της ιστορικής μας κληρονομιάς.
Στέφανος Σταμέλλος

