- 19 Οκτωβρίου, 2026
«Το ζώο που αφουγκράζεται», η νέα ποιητική συλλογή της Λίνας Φυτιλή
Στη νέα της ποιητική συλλογή, η Λίνα Φυτιλή αποτυπώνει την ανθρώπινη ευαλωτότητα – το σώμα που σηκώνει το βάρος του χρόνου, της απώλειας και των βουβών αποχαιρετισμών. Αντικρίζοντας έναν κόσμο ξένο και συχνά ακατανόητο, η ποιήτρια αντιτάσσει την επίμονη άρνηση στην παρακμή και την αδράνεια. Είτε ψηλαφίζει το προσωπικό βίωμα της απουσίας είτε το συλλογικό τραύμα ενός τόπου που δοκιμάζεται, η γραφή της γίνεται χειρωνακτική εργασία που κρατά δεμένη την αλυσίδα της ζωής. Σαν ένα πλάσμα που αφουγκράζεται το περιβάλλον του, η Φυτιλή επιχειρεί να εξημερώσει το σκοτάδι, καταφάσκει στο απρόβλεπτο και διασώζει στον πυρήνα της ομορφιάς εκείνες τις μικρές στιγμές που μόνο η αυθεντικότητα της παιδικής ηλικίας διαφυλάσσει.
Το βιβλίο της Λίνας Φυτιλή με τίτλο «Το ζώο που αφουγκράζεται» κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Περισπωμένη και στον Βόλο, η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο βιβλιοπωλείο Χάρτα, την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου, με μεγάλη επιτυχία. Ομιλήτριες ήταν η Μαγδαληνή Θωμά, δρ φιλολογίας και συγγραφέας και η Μαριλένα Γεωργίου, φιλόλογος. Η ποιήτρια μίλησε για τη γραφή του βιβλίου της, συνομίλησε με το κοινό και διάβασε ποιήματά της.
*** Η Λίνα Φυτιλή γεννήθηκε το 1974 και κατάγεται από τον Αλμυρό. Σπούδασε στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης Πατρών. Ζει κι εργάζεται στον Βόλo. Έργα της: Οι νύχτες της άχρωμης κιμωλίας, Καστανιώτης, (1997), Τώρα είναι αργά, Απόπειρα, (2011), Μυθική μέρα (2014), εκδ. Ενδυμίων (υποψήφιο για το βραβείο ποίησης Πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή Γιάννη Βαρβέρη), Παράξενο Καλοκαίρι, διηγήματα, Εστία (2016), Ισόβιο Πρόσωπο, ποιήματα, Μελάνι (2018), Χρυσός κήπος, μυθιστόρημα, Εστία (2023), To ζώο που αφουγκράζεται, ποιήματα, Περισπωμένη (2026). Αποτελεί μέλος της οργανωτικής επιτροπής του Πανθεσσαλικού φεστιβάλ ποίησης.
* * *
ΕΡΗΜΟΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ
Έχω αφήσει
ένα πρόσωπο χλομό
σαν αρχαίο νόμισμα
ένα σώμα φαγωμένο
από αόρατο σαράκι
στη ζεστή σκιά
αυτού του σπιτιού
κι αναμονές που χτύπησαν
λάθος πόρτα.
Έξω το φως είχε κουραστεί
απ’ τη χαρά
άγγιζε σαν ξυράφι τους τοίχους
και εγώ στεκόμουν
στο όριο μιας ερήμου
σε αντικατοπτρισμό.
Όπως κατέβαινε αργά η νύχτα
κι εσύ ακολουθούσες
με κατέτρωγε σαν έρωτας
ο χρόνος
που πάντα επιτίθεται
σ’ όποιον πάει
να του αρπάξει τη λεία.
………..


