- 14 Σεπτεμβρίου, 2026
Μαρτυρίες για τον Κισλά Σούρπης – Γράφει ο Τριαντάφυλλος Σπανός
Το σημαντικό ιστορικό μνημείο της Σούρπης -από την εποχή των πρώτων ελληνικών συνόρων και της πρώτης ελεύθερης Ελλάδος 1832- έχει μπει πλέον στην τελική ευθεία για την διάσωση, προστασία κι ανάδειξή του από τον Δήμο Αλμυρού. Αξίζει να δημοσιευθούν άγνωστες ιστορίες από την πορεία του Κισλά Σούρπης μέσα στον χρόνο που γέροντες ηλικιωμένοι κάτοικοι του χωριού τις έχουν διασώσει στον γράφοντα ως ερευνητή της τοπικής μας ιστορίας.
Το μεγάλο ορθογώνιο κτίριο δίπλα στο στρατώνα, η καπναποθήκη δηλαδή, δημιουργήθηκε όταν ήρθε στο χωριό ο Ζάρκαδος ως γαμβρός της οικογένειας Δημοκωστούλα. Η συγκεκριμένη αρχοντική οικογένεια του τόπου είχε πάρει τον Κισλά όταν έπαψαν τα σύνορα στην Σούρπη και ανέβηκαν στην Ελασσόνα και στον Όλυμπο το 1881 με την απελευθέρωση της Θεσσαλίας. Ο Κισλάς έπαψε έτσι να είναι στρατιωτική εγκατάσταση.
Ο Ζάρκαδος ήταν ήδη έμπορος καπνών και από τις αρχές του 20ού αιώνα και ο χώρος έγινε μια μεγάλη καπναποθήκη. Άλλωστε η καπνοκαλλιέργεια ήταν κυρίαρχη τότε στον κάμπο της Σούρπης και του Αλμυρού. Στο χωριό κράτησε μάλιστα ως το 1990 ως κύρια γεωργική απασχόληση.
Είχαν τις «τόγκες» τα μεγάλα δηλαδή δέματα καπνού και οι δεματοποιοί ξεχώριζαν τα παραγωγικά καπνά πρώτης ποιότητας και τα “σκάρτα” δεύτερης ποιότητας. Φόρτωναν οι εργάτες σε μεγάλα κάρα τα καλά δέματα που έφευγαν για τον Βόλο και από εκεί μέσω του λιμανιού διοχετεύονταν για τις αγορές. Όλα αυτά περίπου ως το 1940 ως τον Πόλεμο και την Κατοχή. Στο ισόγειο της καπναποθήκης υπήρχαν εξώστες όπου κρέμαγαν σε τσιγκέλια τα λεγόμενα “τόπια” του καπνού για να ξεραθούν και έβαζαν μετά την δεματοποίηση και τις «τόγκες. Όταν μάλιστα το φθινόπωρο του 1943 ήρθε στο χωριό ο θίασος του Βασίλη Ρώτα και έπαιξε μπροστά στην κατεστραμμένη Αγία Παρασκευή -από τον βομβαρδισμό του χωριού από ιταλικά αεροπλάνα-, την επόμενη μέρα ζήτησαν οι κάτοικοι και μια δεύτερη παράσταση και αυτή δόθηκε όχι στην πλατεία αλλά στον Κισλά και ο κόσμος γέμισε τον χώρο και το ισόγειο και τους εξώστες.
Η καπναποθήκη ήταν από αμυγδαλόπετρα κτισμένη που την έφεραν από το Πετρομάντρι, ένα “νταμάρι” της εποχής πάνω από το σημερινό Γυμνάσιο Σούρπης. Άσπρα και κόκκινα κομμάτια σαν αμύγδαλο είχε αυτή η πέτρα, γι’ αυτό και λεγόταν έτσι. Άνοιγαν μια τρύπα στην μέση και έβαζαν δυναμίτη-μπαρούτι. Έτσι άνοιγαν την μεγάλη πέτρα σε πολλά κομμάτια και μετά την πελεκούσαν με σφυριά και κοπίδια. Έβγαζαν και τα αγκωνάρια που και αυτά ήταν πολύ χρήσιμα στην κατασκευή του κτιρίου. Αντίθετα ο στρατώνας, το διπλανό κτίριο, οι Τούρκοι το είχαν κτίσει με σιδηρόπετρα που είχαν φέρει από νταμάρι λίγο έξω από το χωριό προς τις Νηές.
Μετά το 1950 ο Κισλάς παρέμεινε άδειος, έπαψε η χρήση του για τα καπνά και τα παιδιά του χωριού πήγαιναν και έπαιζαν στο εσωτερικό του κρυφτό, κυνηγητό και άλλα παιχνίδια της εποχής. Ξεκινούσαν την τρεχάλα από την καπναποθήκη και μετά πέρναγαν στο στρατώνα. Στην αυλή του στρατώνα οι Δημοκωστουλαίοι είχαν μεγάλα καζάνια όπου έβαζαν το γάλα από τα κοπάδια τους. Ο επιστάτης μάλιστα που υπήρχε στο χώρο, κάτι σαν αγροφύλακας της εποχής εκείνης, κυνηγούσε τα παιδιά όταν τα έβλεπε να παίζουν στον Κισλά. Το πηγάδι στο κέντρο του Κισλά, που και σήμερα υπάρχει, είχε τόσο νερό που το διοχέτευαν με κανάλια σε Δεξαμενή έξω από το κτίριο για να ποτίζεται το μεγάλο κτήμα Δημοκωστούλα που βρισκόταν απέναντι από τον Κισλά προς το σημερινό κεντρικό δρόμο της Σούρπης και το φρόντιζε ο Νίκος Σωτηρίου, ένας Μικρασιάτης πρόσφυγας που είχε έρθει στο χωριό μετά την Μικρασιατική τραγωδία το 1922.
Οι μεγάλες λαδοστάμνες -πιθάρια που και αυτές σήμερα υπάρχουν- ήταν για το λάδι που έβγαινε από τα πολλά περιβόλια της οικογένειας Δημοκωστούλα στις Νηές. Μέσα στην αυλή του Κισλά στο χώρο του στρατώνα διασώζονται οι πόρτες του στρατώνα με αψίδες. Σήμερα είναι χτισμένες και κλειστές, παρόλα αυτά φαίνονται ευδιάκριτα. Τις χρησιμοποιούσαν οι Τούρκοι για να μπαίνουν και να βγαίνουν στον χώρο αφού άλλωστε από εδώ πήγαιναν στις Καζάρμες στα μεθοριακά μικρά φυλάκια στην γραμμή των συνόρων εκατέρωθεν του χειμάρρου Σαλαμπριά που ήταν το φυσικό σύνορο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας στην περιοχή της Σούρπης, εδώ πού τελείωνε η πρώτη ελεύθερη Ελλάδα το 1832. Όλα αυτά από τις διηγήσεις του Δημήτρη Κωστούλα 90 ετών σήμερα που και ο ίδιος είχε ζήσει τον Κισλά και ο πατέρας του Χρήστος που εργαζόταν εκεί ως δεματοποιός. Αφήγηση στον γράφοντα τον Οκτώβριο του 2024.
Τέλος, μια συγκινητική ιστορία που έχει σχέση με τον Κισλά Σούρπης διαδραματίστηκε σε ένα καφενείο της Σμύρνης στα χρόνια της Μικρασιατικής εκστρατείας. Περί το 1919-1922 όταν βρέθηκε ο ελληνικός στρατός στα μέρη της Ιωνίας γης ο νεαρός στρατιώτης Θανάσης Βογιατζής από την γειτονική Αγία Τριάδα σε μια ταβέρνα- καφενείο συνάντησε έναν Τούρκο θαμώνα που τον ρώτησε από που είναι. Αυτός του είπε από την Θεσσαλία, τον Αλμυρό και μάλιστα του ανέφερε και το χωριό του, την Αγία Τριάδα. Τότε ο Τούρκος τον ξάφνιασε λέγοντας του ότι το χωριό του το γνώριζε αφού ήταν στην φρουρά του Κισλά μέχρι το 1881 ως στρατιώτης.
Το έλεγε μάλιστα το χωριό ως Καλύβια αφού έτσι το έλεγαν τότε και το είχε επισκεφθεί πολλές φορές. Δεν γνώριζε φυσικά ότι αρχές του 20ού αιώνα το χωριό είχε πάρει την ονομασία Αγία Τριάδα. Και του είπε και μια προφητική φράση “θα φύγετε και εσείς όπως φύγαμε και εμείς από τα μέρη σας”. Ήξερε λίγα ελληνικά αφού είχε κάνει αρκετά χρόνια στην περιοχή μας και τα θυμόταν ακόμη. Η αφήγηση από τον φιλίστορα Χρήστο Βογιατζή νυν κάτοικο της Αγίας Τριάδας στον γράφοντα πριν λίγο καιρό. Μια αφήγηση που διασώζει τις αναμνήσεις του προγόνου του, Θανάση Βογιατζή.

