- 30 Νοεμβρίου, 2025
Κυριακή του Αποστόλου Ανδρέα – Κήρυγμα του Αρχιμ. Γεωργίου Γιαννιού
«Ην Ανδρέας ο αδελφός Σίμωνος Πέτρου… Ευρίσκει ούτος πρώτος τον αδελφόν τον ίδιον Σίμωνα και λέγει αυτώ· Ευρήκαμεν τον Μεσσίαν» (Ιωάν. α΄ 41 – 42).
Ιδιαίτερα σημαντική η σημερινή ημέρα για τον Ανδρέα, γιατί «ευρίσκει τον Μεσσίαν», αλλά και γιατί αυτός ο Μεσσίας, ο Ιησούς, προσκαλεί πρώτον τον Ανδρέα για να γίνει Μαθητής και Απόστολός του, για τούτο και ονομάζεται «Πρωτόκλητος». Ο Ανδρέας, λοιπόν, ενθουσιάζεται όταν ακούει τον Διδάσκαλό του, τον Ιωάννη τον Πρόδρομο, να λέει για τον Ιησού ότι «Αυτός είναι ο αμνός του Θεού». Και όχι απλά ενθουσιάζεται, αλλά και τον ακολουθεί μαζί με τον Ιωάννη, τον μετέπειτα Ευαγγελιστή.
Ακολουθούν τον Ιησού. Ζητούν να μάθουν πού μένει κι όταν ο Ιησούς τους προσκαλεί λέγοντάς τους «έρχεσθε και ίδετε» αυτοί τον ακολουθούν. Όμως ο Ανδρέας δε σταματά εκεί. Δεν ικανοποιείται με το γεγονός ότι ο ίδιος οδηγήθηκε στη μεγάλη ανακάλυψη του Μεσσία. Επειδή ο Μεσσίας ήταν το πρόσωπο που προσδοκούσαν να έρθει και ότι Αυτός ήταν φορέας της σωτηρίας, για τούτο θέλησε να καταστήσει κοινωνούς αυτής της σωτηρίας και άλλους, ξεκινώντας από τον αδερφό του τον Πέτρο, τον οποίο και οδήγησε μπροστά στον Ιησού.
«Ευρήκαμεν τον Μεσσίαν· ό εστι μεθερμηνευόμενον Χριστός». Βρήκαμε τον Μεσσία, που σημαίνει τον Χριστό. Η ανακάλυψη του Μεσσία, όπως ακούσαμε στο σημερινό Ευαγγέλιο, δεν έγινε μόνο από τον Ανδρέα, αλλά την επόμενη μέρα έγινε και από τον Φίλιππο, ο οποίος και πάλι με ενθουσιασμό απευθύνεται στον φίλο του τον Ναθαναήλ. Όπως ο Ανδρέας είπε «ευρήκαμεν τον Μεσσίαν», έτσι τώρα και ο Φίλιππος παραπέμπει τον φίλο του σε αξιόπιστες πηγές. Τον παραπέμπει στον Μωϋσή και τους Προφήτας, δημιουργώντας για τον Ιησού αξιόπιστη μαρτυρία: «Ον έγραψε Μωϋσής εν τω νόμω και οι Προφήται, ευρήκαμεν, Ιησούν». «Ευρήκαμεν Ιησούν». Δέκτες οι ίδιοι της Χάριτος του Θεού και από την οποία προέκυψε η ωφέλεια της ψυχής τους, θέλησαν αμέσως να καταστήσουν κοινωνούς αυτής της ωφέλειας το πλησιέστερο οικογενειακό, αλλά και το κοινωνικό τους περιβάλλον, έστω κι αν αυτό κάποτε προβάλλει αντιρρήσεις, όπως έγινε με τον Ναθαναήλ.
Αυτή η κίνηση και των δύο, αλλά ο τρόπος με τον οποίο υπερασπίσθηκαν την «ανακάλυψη» τους, αποκαλύπτει από τη μια τον καλό τους χαρακτήρα, αλλά και από την άλλη φανερώνει τη βεβαιότητά τους για το πρόσωπο του Ιησού, το οποίο επικαλούνται, αλλά και υπερασπίζονται. Αυτή ομολογουμένως είναι μια στάση και μια θέση που θα πρέπει να βρει μιμητές και στο δικό μας πρόσωπο. Μέσα από τον πληθυντικό «ευρήκαμεν» που χρησιμοποιούν σήμερα οι Απόστολοι Ανδρέας και Φίλιππος, προσδιορίζουν όχι μόνο το παρελθόν που το μετατρέπουν σε διαρκές παρόν, αλλά αυτό το παρόν το επεκτείνουν εις το μέλλον, θέλοντας να καταστήσουν κοινωνούς όλους τους ανθρώπους.
Μέσα από τον τρόπο με τον οποίο υπερασπίζονται την πίστη τους θέλουν να τονίσουν προς όλους, αλλά και στον καθένα ξεχωριστά, ότι η Θεία Χάρις δεν εμποδίζεται από τόπους, δεν δεσμεύεται από την άγνοια, ούτε και την ιδιοτροπία των πολλών. Η Θεία Χάρις ενεργεί παντού και πάντοτε με την ίδια δύναμη δημιουργώντας έργα ανέλπιστα και αξιοθαύμαστα. Ο Θεός απέδειξε ότι δεν αποστρέφεται τον αμαρτωλό άνθρωπο.
Αντίθετα, όπως τονίζει ο ίδιος ο Ιησούς, δεν ήρθε στον κόσμο για να καλέσει στη σωτηρία τους δικαίους αλλά ήρθε στον κόσμο για να καλέσει σε μετάνοια τους αμαρτωλούς: «Ου γαρ ήλθον καλέσαι δικαίους αλλά αμαρτωλούς εις μετάνοιαν» (Ματθ. θ΄ 13). Όμως, ενώ δεν αποστρέφεται τους αμαρτωλούς, την ίδια στιγμή προσδιορίζει και τους όρους κάτω από τους οποίους θα γίνει αυτή η συνάντηση και η παραμονή του ανάμεσα σ’ αυτούς. «Εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει, και ο Πατήρ μου αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ’ αυτώ ποιήσομεν» (Ιωάν. ιδ΄ 23). Δηλαδή, όποιος με αγαπάει, θα τηρήσει τον λόγο μου. Και ο Πατέρας μου θα τον αγαπήσει, και θα έρθουμε σ’ αυτόν και θα κατοικήσουμε μαζί του.
Τόσο ο Ανδρέας, όσο και ο Ιωάννης που περιγράφει το περιστατικό της κλήσης των Μαθητών, «ήλθον και είδον που μένει». Έμειναν μαζί του όλη την ημέρα εκείνη. Ικανοποιήθηκαν. Κατέκτησε τις καρδιές τους κι όταν ήταν πια έτοιμοι απάντησαν αμέσως στο «δεύτε οπίσω μου» και τον ακολούθησαν. Και όχι μόνον αυτοί, αλλά έφεραν και πολλούς άλλους κοντά του, ανάμεσά τους και την πρώτη ομάδα των Ελλήνων που ήθελαν να δουν τον Ιησού. Και αυτή ήταν μόνο η αρχή.
Μετά την Πεντηκοστή, αναγεννημένος και από το Άγιο Πνεύμα, δεν ζει τη μεγάλη αποστολή του. Η εντολή του Χριστού «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη» (Ματθ. κη΄ 19) γίνεται το εφαλτήριο και ο αγώνας της καθημερινής της ζωής. Σινώπη, Αμισός, Τραπεζούντα, Ιβηρία, Θράκη, Νικομήδεια, Χαλκηδόνα, Σωσία, Αντιόχεια, Έφεσος, Πάτρα και περιστασιακά η Κύπρος θα αγιαστούν με την παρουσία του. Δύσκολες οι συνθήκες και έντονες οι αντιδράσεις του ειδωλολατρικού κόσμου, ιδιαίτερα στη Σινώπη και αργότερα στην Πάτρα, όπου και εμαρτύρησε. Ο εκχριστιανισμός της Μαξιμίλλας, που ήταν γυναίκα του ανθύπατου Αιγεάτη, υπήρξε και η χαριστική βολή για τον Απόστολο Ανδρέα. Η φυλακή, τα βασανιστήρια και τέλος η σταύρωσή του σε σχήμα Χ, όπου τον έδεσαν με σχοινιά για να δοκιμάσει περισσότερο πόνο δεν τον λύγισαν. Αντίθετα, από το ύψος του σταυρού προέτρεπε τους Χριστιανούς να μιμηθούν το παράδειγμά του, καταφρονώντας τα είδωλα και μετατρέποντας τους εαυτούς τους σε αγίους για να κατοικήσει στην καρδιά τους ο Χριστός.
Αδελφοί μου, τη σημερινή μέρα της μνήμης του Πρωτοκλήτου Αποστόλου Ανδρέα, ας οπλιστούμε με πίστη μιμούμενοι τη ζωή και το παράδειγμα του Αγίου μας και ας τον παρακαλέσουμε να μεσιτεύει διαπαντός προς τον Κύριο και Σωτήρα μας. Αμήν.


