• 9 Αυγούστου, 2026

Του Γιώργου Τσολάκη: Η ΜΙΤΖΕΛΑ ΚΑΙ Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΑΜΑΛΙΑ –  Ο «τουριστικός» μύθος  και η ιστορική αλήθεια

Του Γιώργου Τσολάκη: Η ΜΙΤΖΕΛΑ ΚΑΙ Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΑΜΑΛΙΑ –  Ο «τουριστικός» μύθος  και η ιστορική αλήθεια

Η ΜΙΤΖΕΛΑ ΚΑΙ Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΑΜΑΛΙΑ

 Ο «τουριστικός» μύθος  και η ιστορική αλήθεια

του Γιώργου Τσολάκη, δικηγόρου, ιστορικού ερευνητή

και μέλους της Φιλαρχαίου Εταιρείας Αλμυρού

 

Μιτζέλα, 24 Ιανουαρίου 1899. Το τοπικό δημοτικό συμβούλιο συζητά την πρόταση του δημάρχου Κ. Καμπούρη για την επαναφορά της καταργημένης το 1863 ονομασίας Αμαλιάπολη. Ο μειοψηφών δημοτικός σύμβουλος Δ. Μακρυγιάννης προσπαθεί να πείσει τους Σισκαίους και τους υπόλοιπους δημοτικούς συμβούλους ότι δεν είναι δυνατόν να αποβληθεί η άρρηκτα συνδεδεμένη με την ιστορική ταυτότητα του τόπου ονομασία «Μιτζέλα», αλλά ούτε και ο δήμος να φέρει όνομα μέλους βασιλικής δυναστείας, η οποία έχει καταδικαστεί στη συνείδηση των Ελλήνων, καθώς τέτοια συνθήκη αντίκειται στη «λαϊκή φιλοτιμία». Μάταια. Η απόφαση λαμβάνεται κατά πλειοψηφία και αποστέλλεται αρμοδίως για τα περαιτέρω.

Τατόι, 24 Ιουλίου 1899. Ο διάδοχος Κωνσταντίνος υπογράφει το διάταγμα, με το οποίο η Μιτζέλα μέχρι σήμερα διατηρεί τη διοικητική ονομασία Αμαλιάπολη.

Η απόφαση της τοπικής δημοτικής αρχής δεν λήφθηκε προκειμένου να τιμηθεί η εκδιωχθείσα το 1862 από τη χώρα Βαυαρή γαλαζοαίματη. Εξυπηρετώντας συγκεκριμένη σκοπιμότητα, αποτέλεσε τη βάση για την κατοπινή δημιουργία του εύηχου, όσο και ψευδούς αφηγήματος, με το οποίο συνδέθηκε η Μιτζέλα με την Αμαλία, αυτό της δήθεν ιδιαίτερης σχέσης την οποία ανέπτυξε με το χωριό. Ένα αφήγημα γεμάτο με υπερβολές, όπως ορθά είχε άλλοτε επισημάνει η αείμνηστη φιλόλογος και ερευνήτρια Δέσποινα Κωστούλα, με θέσεις εκτός, θα μπορούσαμε να πούμε, τόπου και χρόνου. Έχοντας διερευνήσει λεπτομερώς το ιστορικό πλαίσιο της απόφασης του έτους 1899 θα επιχειρήσω να εκθέσω εν συντομία τους λόγους που οδήγησαν τους Μιτζελιώτες να επαναφέρουν την ονομασία Αμαλιάπολη στα τέλη του 19ου αιώνα.

Πίσω, λοιπόν, από τη λακωνική και αόριστη αιτιολογία της μετονομασίας που καταγράφηκε στα πρακτικά του τότε δημοτικού συμβουλίου με τη φράση (ο δήμαρχος) «θεωρεί καλόν», κρύβεται η λησμονημένη, οδυνηρή για τη Μιτζέλα ιστορία του μαρασμού της τοπικής ιστιοφόρου ναυτιλίας και της οικονομικής παρακμής που βίωσε το άλλοτε ευήμερο ναυτοχώρι. Με τη συγκεκριμένη απόφαση προσπάθησε η τότε δημοτικής αρχή να συνδράμει την προσπάθεια της ανάκτησης της χαμένης αίγλης και αρχοντιάς του τόπου· με απώτερο σκοπό να επωφεληθεί η τοπική κοινωνία από το αναδυόμενο τουριστικό ενδιαφέρον, που άρχισε να αποφέρει κρίσιμα για την επιβίωση των κατοίκων έσοδα. Καθότι οι Μιτζελιώτες από εύποροι καραβοκύρηδες και ναυτικοί είχαν πλέον μεταβληθεί σε «πένητες», όπως χαρακτηριστικά περιγράφονταν από τον καλό γνώστη της κατάστασης, περίφημο Βολιώτη λόγιο Π. Αποστολίδη. Αλλά και για να αναχαιτιστεί, ακόμη, το κύμα φυγής των απογοητευμένων από τις εξελίξεις κατοίκων προς τα αστικά κέντρα, οι οποίοι στερούμενοι οικονομικών πόρων εγκατέλειπαν το χωριό ξεπουλώντας κυριολεκτικά τις περιουσίες τους. Έτσι, σταδιακά, η ίδρυση της Μιτζέλας άρχισε σκόπιμα να προβάλλεται ως (δήθεν) «βασιλικής» έμπνευσης προσωπικό σχέδιο της Αμαλίας, η οποία έδειξε τάχα έντονο ενδιαφέρον να… «υιοθετήσει»  τον τόπο· η oνομασία Αμαλιάπολη προβλήθηκε, περαιτέρω, ως υψηλού συμβολισμού και κύρους «τίτλος», εν είδει εμπορικής επωνυμίας (brand name) και η Μιτζέλα ως το αγαπημένο χωριό της άλλοτε βασίλισσας. Ας δούμε όμως τι ακριβώς υποστήριζε ο συγκεκριμένος γοητευτικός, πλην εντελώς αβάσιμος ιστορικά «τουριστικός» μύθος.

Σε μία από τις εκδοχές του αφηγήματος η αρχική, συντελεσθείσα το έτος 1839 μετονομασία του χωριού σε Αμαλιάπολη (για την οποία γίνεται λόγος πιο κάτω), παρουσιάστηκε ως αποτέλεσμα της αγάπης, προσωπικής μέριμνας και εύνοιας της Αμαλίας προς  τη Μιτζέλα, καθότι γοητευμένη, δήθεν, η Αμαλία από την… μοναδική  ομορφιά του τόπου αποφάσισε, λέει ο μύθος, να του δώσει το όνομά της φροντίζοντας, επιπλέον, προσωπικά να εκπονηθεί πολεοδομικό σχέδιο. Ότι ακόμη μερίμνησε η βασίλισσα να χτιστούν σπίτια ειδικής αρχιτεκτονικής. Στην ίδια μυθοπλαστική διεργασία εγγράφεται και ο εντοπισμός πύργου(!) της βασίλισσας στο χωριό και βέβαια, η αναφορά σε δήθεν επανειλημμένες επισκέψεις της στη Μιτζέλα (οι οποίες, πλην μίας, ουδέποτε πραγματοποιήθηκαν)· και στην ύπαρξη, γενικότερα, μιας βαθύτερης τάχα διασύνδεσης της Αμαλίας με τον τόπο και τους κατοίκους του.

Υπαγορεύτηκε, λοιπόν, η δεύτερη μετονομασία, από τις ειδικές συνθήκες της εποχής της, χωρίς να αποτελεί έκφραση συμπάθειας, ευγνωμοσύνης ή τιμής προς την Αμαλία. Θα μπορούσε με σχετική βεβαιότητα να υποτεθεί ιστορικά (χωρίς σαφώς επικριτική διάθεση) ότι εμπνευστές του αφηγήματος υπήρξαν οι ίδιοι οι τότε κάτοικοι της Μιτζέλας, στοχεύοντας στον εντυπωσιασμό των επισκεπτών του χωριού. Διακινήθηκε, ωστόσο το αφήγημα μέσα από εγκυκλοπαίδειες και χρονογραφήματα, που επιχειρώντας να καλύψουν το υφιστάμενο άλλοτε ιστοριογραφικό κενό, διέδωσαν τη «μυθική» διάσταση της σχέσης της Μιτζέλας με τη βασίλισσα, αγνοώντας ωστόσο το ακριβές ιστορικό πλαίσιο. Με την αυθαίρετη προσθήκη διάφορων στοιχείων κατέληξε η Μιτζέλα να παρουσιάζεται ως μια κοινότητα ανθρώπων, η οποία κατά  την ίδρυσή της αποδέχθηκε, τρόπον τινά, τη βασιλική «υιοθεσία», αναδοχή, εποπτεία ή κηδεμονία της Αμαλίας. Απευθυνόμενο σε ανθρώπους άλλων εποχών, χωρίς ιδιαίτερες ιστορικές γνώσεις και δίχως τη δυνατότητα εξακρίβωσης της ιστορικής αλήθειας, το συγκεκριμένο αφήγημα άρχισε να γίνεται ευρύτερα πιστευτό. Ερχόμαστε όμως στο σήμερα.

Το εύλογο και τιμητικό, αναμφίβολα, για τους προγόνους μας από καιρού σε καιρό αναδυόμενο ιστοριογραφικό ενδιαφέρον για το συναρπαστικό παρελθόν της Μιτζέλας συνδέεται, συνχά, με αναφορές στην Αμαλία, ιδίως λόγω της υφιστάμενης διοικητικής ονομασίας «Αμαλιάπολη». Πλην όμως, αγνοώντας ή παραγνωρίζοντας κρίσιμα (και ηθικής ακόμη διάστασης) ιστορικά στοιχεία, σύγχρονα ιστοριογραφικά εγχειρήματα παρασύρθηκαν και υπέκυψαν στο συγκεκριμένο αθώο, χαριτωμένο και εύπεπτο «τουριστικό» παραμυθάκι της «αναδόχου» του χωριού Αμαλίας, παρουσιάζοντάς το τέλος, ως κοινό ιστορικό τόπο. Aτυχώς, η πρακτική της ανέλεγκτης και αβασάνιστης υιοθέτησης «πληροφοριών» χωρίς την απαιτούμενη διερεύνηση και ιστορική αξιολόγηση, οι οποίες προβάλλονται κατόπιν ως δήθεν ιστορική γνώση, πέραν της αλλοίωσης του ιστορικού αποτυπώματος και της μνήμης των προσώπων τα οποία αφορά,  οδήγησε σε λογικές και πραγματολογικές ασυνέπειες, με άτοπες ιστορικά θέσεις.

 

Ο δήμαρχος Κ. Καμπούρης, ο οποίος πρότεινε τη μετονομασία της Μιτζέλας σε Αμαλιάπολη το 1899.

Καθότι, προσπαθώντας να «δέσουν» ιστορικά τη θρυλούμενη ειδική διασύνδεση της Αμαλίας με τη Μιτζέλα, ορισμένοι σύγχρονοι ευκαιριακοί ιστορητές του παρελθόντος του γραφικού χωριού και θιασώτες του συγκεκριμένου κομψού αφηγήματος, προσδιορίζουν χρονικά την παρουσία της Αμαλίας στο χωριό πριν ή κατά την έναρξη της ανοικοδόμησής του, ώστε να δικαιολογείται η δήθεν «αποστολή» από την ίδια πολεοδόμων, αρχιτεκτόνων κλπ. στα πλαίσια της θρυλούμενης βασιλικής απλοχεριάς της, Αγνοούν, ωστόσο, χωρίς μάλιστα την ανάγκη ειδικής ιστορικής διερεύνησης και γνώσης, ότι η Αμαλία ήρθε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το έτος 1837. Είναι βέβαια γνωστό -τεκμηριώνεται άλλωστε από πλήθος εγγράφων της εποχής- ότι η χάραξη του πολεοδομικού σχεδίου του οικισμού συντελέστηκε και η ανοικοδόμησή του χωριού άρχισε το έτος 1835, δύο επομένως χρόνια πριν την έλευση της Αμαλίας στην Ελλάδα. Η δε εκπόνηση πολεοδομικού σχεδίου αποτελούσε, σημειωτέον, αναγκαία, νομοθετημένη από την Αντιβασιλεία του Όθωνα προϋπόθεση για την ίδρυση νέων οικισμών, όπως η Μιτζέλα. Δεν οφειλόταν, λοιπόν, στην εφευρεθείσα, γενναιόδωρη δήθεν, παρέμβαση της Αμαλίας, που από παραμύθι μετατράπηκε σε συνδεόμενο με την ονομασία Αμαλιάπολη… ιστορικό πόρισμα. Ούτε βέβαια οι Μιτζελιώτες παρέμεναν άστεγοι, κατά την έλευσή τους στον νέο τόπο, αναμένοντας την θαυματουργό επίσκεψη μιας μελλοντικής βασίλισσας, ώστε να αρχίσουν την ανοικοδόμηση του χωριού. Προτού εγκατασταθούν στη περιοχή που χτίστηκε η Νέα Μιτζέλα, ευρισκόμενοι ακόμη πρόσφυγες στη Σκόπελο, είχαν μεθοδικά φροντίσει για τα προαπαιτούμενα και όλες τις λεπτομέρειες της άμεσης έναρξης οικοδομικών εργασιών (συμπεριλαμβανομένου του πολεοδομικού σχεδίου), ώστε να μη βρεθούν χωρίς στέγη στον τόπο μετεγκατάστασής τους.

Ατυχώς, οι λαθεμένες ιστορικές θέσεις για τον ρόλο της Αμαλίας στην ιστορία της Μιτζέλας, μολονότι αδύνατον να υποστηριχθούν ιστορικά, αναπαράγονται ανενδοίαστα, χωρίς την αναγκαία επιχειρηματολογία και παραπομπή σε γνωστή (ή και άγνωστη) αρχειακή πηγή. Ο λόγος; Διότι τέτοια πηγή, όπως είναι αυτονόητο, δεν υφίσταται. Επιφυλάσσομαι λόγω του περιορισμένου χώρου να αναφερθώ άλλοτε, ενδελεχώς, τεκμηριωμένα και όπως επιστημονικά αρμόζει, σε πλείστα όσα της σχέσης του βαυαρικού καθεστώτος (και της Αμαλίας) με τη Μιτζέλα ζητήματα που τυχαίνει, ως ερευνητής να γνωρίζω. Περιορίζομαι εδώ, μόνο για να καταδείξω το εύρος της περί ης ο λόγος απόστασης από την ιστορική πραγματικότητα να αναφερθώ για πρώτη φορά σε κάποια γεγονότα από τα «άδυτα» της Μιτζελιώτικης ιστορίας.

Η διασύνδεση της Μιτζέλας με την Αμαλία ξεκίνησε το έτος 1839, όταν με αίτημα των κατοίκων του χωριού και χωρίς να υφίσταται κανένα απολύτως συναισθηματικό υπόβαθρο ή διαπροσωπική σχέση (ούτε καν γνωριμία) των δύο πλευρών (κατοίκων και βασίλισσας), συντελέστηκε η μετονομασία της Μιτζέλας σε Αμαλιάπολη. Όπως και η μεταγενέστερη, του έτους 1899, η συγκεκριμένη ενέργεια δεν αποσκοπούσε να τιμηθεί ειδικώς η Αμαλία ως πρόσωπο. Το κείμενο του σχετικού βασιλικού διατάγματος, προσεκτικά διατυπωμένο, αναφέρει χαρακτηριστικά ότι η μετονομασία έγινε «κατά το όνομα» της Βασιλίσσης (κι όχι «προς τιμήν» της). Μόνος εμπνευστής του αιτήματος υπήρξε, ειδικότερα, ο πανούργος και υπερδυναμικός Μιτζελιώτης πολιτευτής Γεώργιος Γριζάνος, ο οποίος αποβλέποντας όχι μόνο σε οφέλη για τον τόπο, αλλά και στην ικανοποίηση προσωπικών του φιλοδοξιών και συμφερόντων, θέλησε να κολακεύσει τον Όθωνα  και το ξενόφερτο καθεστώς. Έπεισε μάλιστα και αρκετούς συντοπίτες του, των οποίων τα ονόματα μας είναι γνωστά, να θέσουν την υπογραφή τους στην αναφορά της αλλαγής του ονόματος του χωριού, αιτιολογώντας την πρωτοβουλία του στην δήθεν ανάγκη έκφρασης ευαρέσκειας για τις μέχρι τότε διοικητικές ενέργειες για την αποκατάσταση των προσφύγων Μιτζελιωτών. Η δικαιολογητική βάση της απόφασης να μεταβληθεί η ονομασία του χωριού, ήταν ωστόσο τυπική και εντελώς προσχηματική. Η μόνη πραγματική αιτία της απόφασης ήταν η προσδοκία μελλοντικών παροχών από το καθεστώς, σε ατομικό και συλλογικό, περαιτέρω επίπεδο. Μάλιστα η συγκεκριμένη απόφαση, που λήφθηκε τον Μάιο του 1839 σε συνέλευση των κατοίκων του χωριού στον (προϋπάρχοντα του σημερινού) ναό της Μεταμόρφωσης στη Μιτζέλα, υπήρξε έντονα επεισοδιακή (προηγήθηκαν ασχήμιες εντός και εκτός του ναού) και απέβη διχαστική για την τοπική κοινωνία. Λήφθηκε δε, παρά την αρχική, έντονη διαφωνία της δημοτικής αρχής (δήμαρχος ήταν ο Στέφανος Δ. Καλαμίδας), που υποχρεώθηκε τέλος, θέλοντας και μη, πιεζόμενη από τον αποφασισμένο να ενεργήσει ερήμην της Γριζάνο, να συμπράξει. Όσο κι αν τυχόν ξενίζει ορισμένους, στην απόφαση και διαδικασία της μετονομασίας ουδέποτε και ουδόλως, το τονίζω, με απόλυτη λόγου γνώση, ενεπλάκη η νεαρή Αμαλία. Η μόνη «υιοθεσία» η οποία συντελέστηκε ήταν αυτή της έμπνευσης του Γριζάνου από τους συντοπίτες του, που ήθελε να επωφεληθεί από τους Βαυαρούς κολακεύοντάς τους (το οποίο έπραξε και άλλοτε). Όλες, επιπλέον, οι κρατικές παροχές της ίδιας περιόδου προς τη Μιτζέλα (ίδρυση υπηρεσιών, οικονομικές διευκολύνσεις κλπ.) πλην της αρκετά μεταγενέστερης ίδρυσης του σχολείου κορασίων, συντελέστηκαν με κρατική μέριμνα, χωρίς καμία, απολύτως, παρέμβαση της Αμαλίας, στα πλαίσια της νομοθεσίας και της διοικητικής διαδικασίας της εποχής και δικαιολογούνται από τον ειδικό, προσφυγικό και ακριτικό χαρακτήρα της Μιτζέλας. Δεν αποτελούσαν, επομένως, ειδικότερη έκφραση αγάπης ή συμπάθειας των Βαυαρών προς τους Μιτζελιώτες.

Οι οικίες των Γ. Γριζάνου (αριστερά) και Στ. Καλαμίδα (δεξιά) οι οποίοι υπήρξαν οι πρωταγωνιστές της αρχικής μετονομασίας σε Αμαλιάπολη το έτος 1839. (Από το βιβλίο μου Παλαιάς και Νέας Μιτζέλας άπαντα τα Ιστορικά, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Θεσσαλίας, 2009).

Τα πιο πάνω γεγονότα καταγράφηκαν, λεπτομερώς μάλιστα, από τους ίδιους, τους σύγχρονους των γεγονότων κατοίκους του χωριού, όπως ο εμπνευστής της μετονομασίας, Γ. Γριζάνος, στενός συνεργάτης  του οποίου διετέλεσε για πολλά έτη, ως δημαρχιακός πάρεδρος, ο οικογενειακός πρόγονός μου Δ. Βελεστίνος. Η προσωπική μου συμβολή περιορίζεται απολύτως, στην αναγκαία -περιληπτική επί του παρόντος- έκθεσή τους, με μόνο σκοπό την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας και της μνήμης των εμπλεκόμενων προσώπων, Μιτζελιωτών και Βαυαρών.

Η αληθινή σχέση των Μιτζελιωτών με τον καθολικό στο θρήσκευμα Όθωνα και την προτεστάντισσα Αμαλία υπήρξε ωφελιμιστική και μόνον, διότι: Οι μεν Βαυαροί αναζητούσαν διαρκώς ερείσματα και υποστηρικτές στην ελληνική κοινωνία για να εδραιώσουν τη θέση τους στο παλάτι. Γι’ αυτό και ανταποκρίθηκαν άμεσα και θετικά στο αίτημα της μετονομασίας της Μιτζέλας τον Ιούνιο του 1839. Οι δε Μιτζελιώτες, ο Γριζάνος ειδικότερα, έχοντας κατανοήσει τον καινοφανή για την ελληνική πραγματικότητα τρόπο λειτουργίας του καθεστώτος και αντιλαμβανόμενος τις υπερεξουσίες του θρόνου, και την τεράστια ισχύ του οθωνικού απολυταρχισμού, αλλά και τις ορθάνοιχτες πύλες των ανακτόρων στους κόλακες του καθεστώτος και την πολιτική συναλλαγή, επιχείρησε να το «πλευρίσει», ενεργώντας με διπλωματία και πονηριά, ήτοι κολακεύοντάς το, με τη μετονομασία της ιδιαίτερης πατρίδας του.

Το αν, και κατά πόσο στενά, συνδέθηκαν και αγαπούσαν οι τότε… «Αμαλιαπολίτες» την Αμαλία (και τον Όθωνα, βεβαίως), φάνηκε ξεκάθαρα το έτος 1862, όταν οι Βαυαροί βασιλιάδες εκδιώχθηκαν από την Ελλάδα. Οι Μιτζελιώτες προχώρησαν αμέσως σε δύο απόλυτα αποκαλυπτικές της αληθινής οπτικής τους για το καθεστώς ενέργειες, που δίνουν οριστική και αποστομωτική απάντηση στον επιχειρούμενο ενίοτε, άμεσο ή έμμεσο συσχετισμό της Μιτζέλας με το πανηγυρικώς εκδιωχθέν από τη χώρα μας οθωνικό καθεστώς· ήτοι στην απατηλή εντύπωση μιας στενά συνδεδεμένης – εξαρτώμενης – προστατευόμενης από τους εκδιωχθέντες το 1862 μονάρχες, κοινότητας ανθρώπων.

 

Η έξωση των Βαυαρών και οι  αντιοθωνιστές… «Αμαλιαπολίτες»

Το επέκεινα της επιφανειακής, ευκαιριακής και ξεκάθαρα ωφελιμιστικής σχέσης των Μιτζελιωτών με το οθωνικό καθεστώς και την Αμαλία, πέραν του ονοματολογικού, οριοθετείται περιοριστικά και εξαντλείται απολύτως α) στη μία και μόνη διήμερη επίσκεψη της βασίλισσας στη Μιτζέλα το έτος 1845 (βλ. αναλυτικά γι’ αυτήν στο σχετικό άρθρο μου, στο 19ο τεύχος του Δελτίου της Φιλαρχαίου Εταιρείας Αλμυρού «Όθρυς», 2015) και β) στη χρηματοδότηση, κατόπιν, της λειτουργίας, δημοτικού σχολείου για τα κορίτσια του χωριού (των κορασίων) από την ίδια. Ενδεικτικό και αποκαλυπτικό της αληθινής, πίσω από τις κολακείες, επιφυλακτικής αντιμετώπισης του ξενόφερτου καθεστώτος από τους Μιτζελιώτες είναι το ακόλουθο, άγνωστο σήμερα περιστατικό. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του βασιλικού ζεύγους στη Μιτζέλα, το 1845, η Αμαλία πρότεινε να την ακολουθήσει η Ελένη, αρχοντοπούλα κόρη του Γριζάνου, στο σπίτι του οποίου φιλοξενήθηκαν οι μονάρχες, ως Κυρία επί των Τιμών στο παλάτι. Επρόκειτο για μια εξαιρετικά τιμητική πρόταση. Η απάντηση ωστόσο της οικογένειας ήταν αρνητική, μετά την επίμονη άρνηση της μητέρας της Ελένης, (Μαριγώς, το γένος Δ. Καλαμίδα). Στην επακόλουθη της πρότασης της Αμαλίας οικογενειακή συζήτηση, η άρνηση της συζύγου του Γριζάνου συνοψίζεται στη χαρακτηριστική φράση: «Δεν πρόκειται να κάνω την κόρη μου πόρνη του παλατιού»(!).

Την επομένη της αναχώρησής της από τη Μιτζέλα η Αμαλία (την οποία και τον σύζυγό της υποδέχθηκαν στο χωριό τους όπως άρμοζε σε αρχηγούς κράτους), δεν ήταν για τους Μιτζελιώτες ως πρόσωπο, παρά μια μικρή ανάμνηση και η γαλαντόμος, κατοπινή χρηματοδότης του σχολείου των κορασίων. Όμοια, για τη βαυαρή γλαζοαίματη, η Μιτζέλα δεν αποτελούσε παρά έναν  απόμακρο οικισμό ναυτικών -αφοσιωμένων στο καθεστώς, όπως πίστευε, υποκόων- στην άκρη του βασιλείου της, που έφερε το όνομα της. Η χορηγία της λειτουργίας του σχολείου κορασίων βοήθησε αναμφίβολα αρκετές Μιτζελιώτισσες να μορφωθούν και να ξεφύγουν από τα έμφυλα στερεότυπα της εποχής τους, συντελώντας, έτσι, στην κοινωνική πρόοδο του τόπου.

Πέραν τούτων, το οθωνικό καθεστώς ουδεμία απολύτως άλλη «ειδική» διασύνδεση ανέπτυξε με τη Μιτζέλα. Οι Μιτζελιώτες ουδέποτε ταυτίστηκαν, σε συλλογικό επίπεδο, πολιτικά μ’ αυτό, ούτε εκδήλωσαν, άλλως πως, θερμή και έκθυμη προς αυτό στήριξη. Κάθε άλλο μάλιστα. Οι προύχοντες του τόπου Καλαμιδαίοι, ενδεικτικά (όπως πολλοί άλλοι αγωνιστές του 1821), θεωρούσαν τους Βαυαρούς υπεύθυνους για την άνιση και άδικη μεταχείρισή τους, ως στρατιωτικών, και παραιτήθηκαν έντονα δυσαρεστημένοι από τη στρατιωτική τους υπηρεσία. Όταν εξάλλου, το έτος 1858, γιορτάσθηκαν (όπως έγινε παντού στη χώρα)  τα εικοσιπέντε χρόνια του Όθωνα στη Μιτζέλα, επιχειρήθηκε να προβληθεί ο εορτασμός ως δήθεν επιτυχημένος, αυθόρμητος και πάνδημος. Η αλήθεια είναι ότι στον εορτασμό δεν συμμετείχαν αυθόρμητα όλοι οι… «Αμαλιαπολίτες», αλλά κυρίως οι εξαρτημένοι, απολύτως ελεγχόμενοι από το καθεστώς δημόσιοι υπάλληλοι του τόπου και όσοι κάτοικοι συνδέονταν στενά μ’ αυτούς. Τι κι αν η πλατεία της Μιτζέλας φωταγωγήθηκε, τι κι αν ο δήμαρχος και οι υπάλληλοι αντάλλαξαν επισκέψεις και κεράσματα. Η παραπαίουσα  μοναρχία βρισκόταν ήδη σε πορεία δίχως επιστροφή. Μάταια αναζητούσε ερείσματα στους μισθοδοτούμενους από το κράτος  λειτουργούς ή σε πολιτευτές, οι οποίοι, ο ένας μετά τον άλλο απέσυραν δυσαρεστημένοι τη στήριξή τους σ’ αυτό.

Ανάμεσα στους έντονα δυσαρεστημένους από τους χειρισμούς των Βαυαρών ήταν κι ο επιφανής Μιτζελιώτης Κων/νος Καλαμίδας, ο μικρότερος από τους πέντε γιους του ήρωα  οπλαρχηγού της Επανάστασης του 1821 Δημητρίου Καλαμίδα. Έχοντας υπηρετήσει σε διάφορες καίριες δημόσιες θέσεις, ο Κ. Καλαμίδας βρέθηκε μετά το 1850, όπως πολύ άλλοι, παραγκωνισμένος και συντάχθηκε, τέλος, με το ολοένα διογκούμενο αντιοθωνικό κίνημα. Βίωσε μάλιστα για καλά στο πετσί του την περίφημη «κρικέλα» του Όθωνα, όταν οδηγήθηκε στη φυλακή, κατηγορούμενος για προσβολή του Στέμματος και εσχάτη προδοσία, στα πλαίσια της δημοσιογραφικής του ενασχόλησης. Δεν θα σταθώ περισσότερο στο πλήθος και την ένταση των βαρύτατων χαρακτηρισμών με τους οποίους «στόλιζε» δημόσια τον Όθωνα και το καθεστώς του ο περίφημος αυτός Μιτζελιώτης, απακαλώντας τον βαυαρό μονάρχη «τύραννο», «επάρατο της Βαυαρίας εφιάλτη», «κακό δαίμονα της Ελλάδας» κ.α. Χαρακτηρισμοί που δεν είναι, παρά αποκαλυπτικοί της οπτικής μεγάλης μερίδας των Ελλήνων της εποχής εκείνης για το παλάτι.

Με την απλή υπόμνηση ότι η μεγάλη προσωπικότητα της περιοχής του Αλμυρού της ίδιας περιόδου, ο Ι. Βελέντζας, υπήρξε επίσης γνωστός αντιοθωνιστής, οι Μιτζελιώτες, παρόλη τη συντελεσθείσα μετονομασία του χωριού προς τιμήν της Αμαλίας, δεν συγκαταλέγονταν σ’ εκείνους που έτρεφαν ιδιαίτερα φιλοοθωνικά αισθήματα. Γι’ αυτό και έσπευσαν, μετά την έξωση, να καταργήσουν την ονομασία Αμαλιάπολη, κοινοποιώντας αναφορά προς το υπουργείο των Εσωτερικών. Επανήλθε τέλος η προϋφιστάμενη, μέχρι το 1839, ονομασία Νέα Μιτζέλα. Το οποίο δεν συνέβη, σημειωτέον, στην αντίστοιχη περίπτωση της Αμαλιάδας (Ηλείας), οι κάτοικοι της οποίας διατήρησαν την προς τιμήν της Αμαλίας δοθείσα στην πόλη τους ονομασία. Την ονομασία  Μιτζέλα χρησιμοποιούν ως επί το πλείστον στην καθημερινότητα τους οι κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής μέχρι σήμερα, όλη την επιγενόμενη, το έτος 1899, δεύτερη διοικητική μετονομασία σε «Αμαλιάπολη». Οι Μιτζελιώτες, επιπλέον, παρόλη την δις μετονομασία του τόπου τους σε Αμαλιάπολη, ουδέποτε χρησιμοποίησαν τον όρο «Αμαλιαπολίτης» για να δηλώσουν την τοπική τους ταυτότητα (ή την καταγωγή τους), διατηρώντας αδιάλειπτα μέχρι σήμερα την αντίστοιχη του «Μιτζελιώτη», ανεξάρτητα μάλιστα με τη γενεαλογική (ή μη) διασύνδεσή τους με τους παλιούς Μιτζελιώτες του Πηλίου.

Η αληθινή διάσταση της σχέσης και της οπτικής των Μιτζελιωτών για το οθωνικό καθεστώς και την Αμαλία αποκαλύφθηκε τέλος αναμφίβολα, σε πολιτικό επίπεδο, με τον πλέον εκκωφαντικό τρόπο, αμέσως μετά την έξωση, τον Νοέμβριο του 1862. Τότε που οι Μιτζελιώτες ανέδειξαν πανηγυρικά μέσα στην ανεγειρόμενη, ακόμη, εκκλησιά τους, που χρησιμοποιήθηκε ως εκλογικό κέντρο, βουλευτή (πληρεξούσιο στην Εθνοσυνέλευση) και μάλιστα με τρόπο «πραξικοπηματικό», τον φανατικό αντιοθωνιστή συμπατριώτη τους Κων/νο Καλαμίδα. Θα μπορούσαμε να πούμε  ότι ο ναός της Μεταμόρφωσης της Μιτζέλας μετατράπηκε εν προκειμένω σε σύμβολο δημοκρατικής έκφρασης και αντικαθεστωτικής αντίληψης (Βλ. αναλυτικά και στην εργασία μου «Όταν η Αμαλιάπολη εξέλεγε βουλευτές – Σελίδες από την πολιτική ιστορία της περιφέρειας Αλμυρού, Αχαιοφθιωτικά Ε΄, 2018). Για να πετύχουν μάλιστα οι Μιτζελιώτες την εκλογή του Καλαμίδα, παρέκαμψαν ακόμη και αυτή την εκλογική προκήρυξη, αναδεικνύοντάς τον, παράτυπα, υποψήφιο(!) Περιττό, μάλλον, να αναφερθεί ότι οι Μιτζελιώτες αδιαφόρησαν εντελώς, έκτοτε, για την… «αγαπημένη» τους ονοματοδότρια και εξωθείσα από τη χώρα Αμαλία, πριν την… ξαναθυμηθούν, από ανάγκη, το έτος 1899.  

Ως απόγονος πρωταγωνιστών των επισκοπούμενων γεγονότων και συστηματικός, επί δύο δεκαετίες ερευνητής της ιστορίας του τόπου, περιορίζομαι, μόνο, να μεταφέρω συνοπτικά, με απόλυτο σεβασμό στις όποιες επιλογές τους, ως αντίδωρο στην προσφορά των  προγόνων μας, που μας κληροδότησαν τον όμορφο αυτό τόπο με τους κόπους και τις θυσίες τους, τις καταγεγραμμένες από τους ίδιους θέσεις για το πραγματευόμενο θέμα. Και δη, προς αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας, όπως άλλωστε έχω πολλάκις πράξει ως σήμερα, στις μελέτες και τα εκδοθέντα για τη Μιτζέλα βιβλία μου.

Συνοψίζοντας τα πιο πάνω και όσα έχω στο παρελθόν αναφέρει στις δημοσιευμένες για τη Μιτζέλα εργασίες μου,  θα τονίσω ξανά, ότι:

ΟΧΙ, ουδόλως η Αμαλία συντέλεσε στη μετονομασία της Μιτζέλας σε Αμαλιάπολη  το έτος 1839, η οποία δεν αποφασίστηκε προκειμένου να «τιμηθεί» ειδικώς η βασίλισσα.

ΟΧΙ, η Αμαλία δεν βρισκόταν στη χώρα μας το 1835, έτος κατά το οποίο άρχισε η ανοικοδόμηση της Μιτζέλας· δεν ήταν ακόμη βασίλισσα δεν «υιοθέτησε» τη Μιτζέλα και ουδόλως συνεισέφερε στο χωριό πολεοδομικά ή κατασκευαστικά. Ούτε και το έτος 1836, οπότε είχαν ήδη ολοκληρωθεί (ή ανεγείρονταν) περισσότερες από εκατό οικοδομές του νέου χωριού, συμπεριλαμβανομένου του (παλιού) ναού της Μεταμόρφωσης. Ήρθε στην Ελλάδα πρώτη φορά το έτος 1837.

ΟΧΙ, η σημερινή διοικητική ονομασία «Αμαλιάπολη» δεν οφείλεται στην απόφαση του έτους 1839, αλλά στην αντίστοιχη μεταγενέστερη του 1899 και ούτε αυτή λήφθηκε, επίσης, με σκοπό να αποδοθεί τιμή στην άλλοτε βασίλισσα, αλλά για τους λόγους που πιο πάνω εκτέθηκαν.

ΌΧΙ, η Αμαλία δεν υπήρξε ιδιοκτήτρια ακινήτων στη Μιτζέλα, ούτε πύργων, ούτε εξοχικών. Ούτε πραγματοποιούσε επισκέψεις αναψυχής στον δυσπρόσιτο, τότε, ακριτικό τόπο, πλην μίας και μοναδικής, το έτος 1845, στα πλαίσια περιοδείας του βασιλικού ζεύγους στην περιοχή. Η εύνοιά της προς τους Μιτζελιώτες εξαντλήθηκε στη χρηματοδότηση, αργότερα, της λειτουργίας του τοπικού δημοτικού σχολείου κορασίων.

ΟΧΙ, η Μιτζέλα ουδόλως συνδέεται ιστορικά, ούτε κατ’ ελάχιστο, με την όποια προσωπική ζωή των Βαυαρών μοναρχών. Ούτε και πολιτικά, επίσης, υπήρξαν οι Μιτζελιώτες ενθουσιώδεις υποστηρικτές του καθεστώτος. Κόλακες ενίοτε, ωφελιμιστικά σκεπτόμενοι και ενεργούντες (και όχι από αγάπη προς τους Βαυαρούς), υπήρξαν, ιδίως ο ιδρυτής της σημερινής Μιτζέλας Γ. Γριζάνος. Πλην όμως, μέχρις εκεί.

ΟΥΤΕ λυπήθηκαν οι Μιτζελιώτες για την εκθρόνιση των Βαυαρών, ούτε και δίστασαν να επαναφέρουν την ονομασία Μιτζέλα στον τόπο τους, αμέσως μετά τα γεγονότα του 1862. Εκδήλωσαν μάλιστα αντιοθωνικά αισθήματα, εκλέγοντας αμέσως μετά την έξωση τον ακραιφνή αντιοθωνιστή συμπατριώτη τους Καλαμίδα ως αντιπρόσωπό τους στην Εθνοσυνέλευση, η οποία καθόρισε το νέο πλαίσιο της πολιτικής λειτουργίας του κράτους, με τη θέσπιση της θεμελιώδους, συνταγματικά κατοχυρωμένης δημοκρατικής αρχής της λαϊκής κυριαρχίας, της οποίας ο Καλαμίδας ήταν ένθερμος υποστηρικτής. Αρχής που σημειωτέον, ουδέποτε αναγνωρίστηκε από την «ελέω Θεού» μοναρχία του Όθωνα. Συνέβαλαν, έτσι, οι Μιτζελιώτες, στη συντελεσθείσα σε εθνικό επίπεδο πολιτική πρόοδο.

Ας μου επιτραπεί, τέλος, να αφιερώσω το παρόν σημείωμα στη μνήμη του φιλίστορα πατέρα μου Στυλιανού Τσολάκη (1933 -2019). Η πολυετής και πολυδιάστατη ερευνητική εργασία του για τον τόπο καταγωγής του απέβη κρίσιμης σημασίας για την ορθή προσέγγιση ειδικότερων ιστορικών ζητημάτων και την ανάδειξη της ιστορίας της Μιτζέλας.

 


Σχετικά Άρθρα

Δημητριάδος Ιγνάτιος: 100 χρόνια ζωής και προσφοράς του Ιερού Ναού Κοιμήσεως της Θεοτόκου Πτελεού

Δημητριάδος Ιγνάτιος: 100 χρόνια ζωής και προσφοράς του Ιερού Ναού Κοιμήσεως της Θεοτόκου Πτελεού

Δημητριάδος Ιγνάτιος: «Ο Ναός είναι ο τόπος της πίστεως, της παράδοσης και της ενότητας» 100 χρόνια…
ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ – Κήρυγμα του Αρχιμ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΓΙΑΝΝΙΟΥ

ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ – Κήρυγμα του Αρχιμ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΓΙΑΝΝΙΟΥ

του Αρχιμ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΓΙΑΝΝΙΟΥ εφημερίου Ι.Ν.Κοιμήσεως της Θεοτόκου Ευξεινουπόλεως «Εάν έχητε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, ερείτε…
Ανανεωμένο ρόστερ για τον Πύρασο

Ανανεωμένο ρόστερ για τον Πύρασο

Το απόγευμα της Τετάρτης 5 Ιουλίου, ο Πύρασος πραγματοποίησε Αγιασμό ενόψει της νέας σεζόν και ακολούθως…