Τοπική ανθεκτικότητα και πολιτικές – Γράφει η Βιβή Γ. Τσιντσίνη

Τοπική ανθεκτικότητα και πολιτικές – Γράφει η Βιβή Γ. Τσιντσίνη

Γράφει η Βιβή Γ. Τσιντσίνη

Εκδότρια, δημοσιογράφος

Η ελληνική οικονομία το 2026 βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Μήπως πότε δεν βρισκόταν; Σε κάθε περίπτωση μετά από μια μακρά περίοδο δημοσιονομικής προσαρμογής, η χώρα καλείται να μεταβολίσει την ψηφιακή μετάβαση και την απορρύθμιση των αγορών σε πραγματική, βιώσιμη ανάπτυξη. Ωστόσο, η εικόνα της ευημερίας των μακροοικονομικών δεικτών συχνά θολώνει όταν εξετάζουμε την κλίμακα της Περιφέρειας Θεσσαλίας και, ακόμη περισσότερο, των δυναμικών πόλεων του Αλμυρού και του Βελεστίνου.

Η στρατηγική της κυβέρνησης για τον περιορισμό του κανονιστικού φόρτου, της γραφειοκρατίας και του δαιδαλώδους πλαισίου μέσω της ψηφιοποίησης (Gov.gr, MyDATA, Ψηφιακή Κάρτα Εργασίας) έχει επιτύχει την επιτάχυνση των διαδικασιών, αλλά ταυτόχρονα έχει δημιουργήσει ένα περιβάλλον ασφυκτικού ελέγχου για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, που στοχεύει στην ευελιξία, συχνά προσκρούει στην έλλειψη φορολογικών ελαφρύνσεων. Αυτό που η εφορία θεωρεί φορολογητέο κέρδος απέχει πολύ από τη διαθέσιμη ρευστότητα, καθώς πολλές πραγματικές δαπάνες ζωτικής σημασίας για τη λειτουργία και το προσωπικό δεν αναγνωρίζονται πλήρως.

Όπως επισημαίνει ο Κωνσταντίνος Φουτάκης σε αναλύσεις του για την περιφερειακή ανάπτυξη, η οικονομική σύγκλιση δεν είναι μια αυτόματη διαδικασία. Απαιτείται η ενδυνάμωση των τοπικών οικοσυστημάτων και η θωράκισή τους απέναντι σε εξωγενείς κρίσεις. Η Θεσσαλία, ως ο παραγωγικός πνεύμονας της χώρας, αποτελεί το πλέον χαρακτηριστικό πεδίο εφαρμογής αυτών των θεωριών.

Η Θεσσαλία του 2026 δεν είναι πλέον μόνο ο «σιτοβολώνας» της Ελλάδας. Είναι μια περιφέρεια που παλεύει να επαναπροσδιορίσει την ταυτότητά της μετά τις κλιματικές καταστροφές των προηγούμενων ετών. Το συγκριτικό της πλεονέκτημα παραμένει η γεωγραφική της θέση —ένας φυσικός κόμβος logistics— και η διασύνδεση της παραγωγής με το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.

Ωστόσο, η πρόκληση παραμένει: πώς θα περάσουμε από την απλή πρωτογενή παραγωγή στη δημιουργία επώνυμων προϊόντων με υψηλή προστιθέμενη αξία. Η απάντηση βρίσκεται στις επενδύσεις σε υποδομές διαχείρισης υδάτων και στην αγροτεχνολογία. Η Θεσσαλία πρέπει να επενδύσει στην ανθεκτικότητα, μετατρέποντας την κλιματική τρωτότητα σε ευκαιρία για πράσινη καινοτομία. Στη βάση αυτής της οικονομικής πυραμίδας βρίσκονται ο Αλμυρός και το Βελεστίνο, δύο περιοχές με διακριτό αλλά συμπληρωματικό χαρακτήρα.

Ο Αλμυρός με τη βαριά βιομηχανική του βάση και τη στρατηγική εγγύτητα στην ΠΑΘΕ και το λιμάνι του Βόλου, αποτελεί ένα εξαγωγικό φρούριο. Η πρόκληση εδώ είναι η ενεργειακή μετάβαση της βιομηχανίας και η διατήρηση της κοινωνικής συνοχής. Οι επενδύσεις σε ΑΠΕ για τη μείωση του ενεργειακού κόστους της μεταποίησης αποτελούν σημαντικό εργαλείο, αρκεί να υλοποιούνται με αυστηρό σχεδιασμό και με σεβασμό στο τοπικό οικοσύστημα. Η ενεργειακή μετάβαση στον Αλμυρό και το Βελεστίνο δεν πρέπει να γίνει εις βάρος του φυσικού κάλλους ή της αγροτικής γης. Η λύση δεν βρίσκεται στην αλόγιστη κάλυψη των βουνών και των κάμπων με πάνελ και ανεμογεννήτριες, αλλά στην προώθηση των ενεργειακών κοινοτήτων -ίσως- του net-metering σε ήδη επιβαρυμένες βιομηχανικές επιφάνειες και στην αξιοποίηση της τεχνολογίας με τρόπο που να προστατεύει το περιβάλλον που μας τρέφει. Χωρίς το φυσικό περιβάλλον, καμία οικονομική ευημερία δεν είναι βιώσιμη σε βάθος χρόνου.

Το Βελεστίνο, ως πύλη εισόδου προς τη Λάρισα και τον Βόλο, κεφαλαιοποιεί την αγροδιατροφική του παράδοση. Η ανάπτυξη μικρών και μεσαίων μονάδων τυποποίησης προϊόντων είναι η «ανάσα» που χρειάζεται η περιοχή για να κρατήσει το έμψυχο δυναμικό της.

Πού πρέπει να επενδύσουμε; Στην εξειδίκευση των εργαζομένων, στην καθετοποίηση της παραγωγής, την τυποποίηση και το brand name, στην ενεργειακή αυτονομία -όπως περιγράψαμε παραπάνω-, στην φορολογική …δικαιοσύνη.

Η σύγχρονη οικονομία στην Ελλάδα δεν μπορεί να ευημερήσει αν δεν «αναπνεύσουν» οι τοπικές κοινωνίες. Η Μαγνησία διαθέτει το DNA της παραγωγής. Αν το κράτος προσφέρει τις απαραίτητες φορολογικές ανάσες και οι επιχειρήσεις τολμήσουν το άλμα προς την καινοτομία, η Θεσσαλία μπορεί να αποτελέσει το πρότυπο μιας ανάπτυξης που δεν είναι μόνο ψηφιακή, αλλά κυρίως ανθρώπινη και παραγωγική.

Η τοπική ανθεκτικότητα απαιτεί κονδύλια που λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες της κάθε περιοχής. Για παράδειγμα, η Θεσσαλία χρειάζεται κονδύλια από το Ταμείο Συνοχής και το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης που να κατευθύνονται αποκλειστικά στην ανασυγκρότηση των υποδομών της μετά από φυσικές καταστροφές, όχι με γενικούς όρους, αλλά με έργα που θωρακίζουν τη συγκεκριμένη παραγωγική βάση της περιοχής. Δεν αρκεί η δέσμευση των πόρων· απαιτείται η άμεση απορρόφησή τους χωρίς τις γραφειοκρατικές αγκυλώσεις που στο παρελθόν καθυστέρησαν κρίσιμα έργα υποδομής. Η ΕΕ προωθεί πλέον την έννοια της «Στρατηγικής Αυτονομίας». Αυτή δεν αφορά μόνο τα κράτη, αλλά και τις περιφέρειες. Τα ευρωπαϊκά κονδύλια (όπως το REPowerEU ή το InvestEU) πρέπει να επιδοτούν τη δημιουργία τοπικών δικτύων παραγωγής και κατανάλωσης.

Τελευταίο και ίσως πιο σημαντικό… ανθεκτικότητα σημαίνει να παραμένουν οι άνθρωποι στον τόπο τους. Τα κονδύλια του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου (ΕΚΤ+) πρέπει να διατεθούν για την αναβάθμιση των δεξιοτήτων (reskilling) των εργαζομένων στην επαρχία, ώστε να μπορούν να διαχειριστούν τη νέα ψηφιακή πραγματικότητα χωρίς να αναγκάζονται να μετακομίσουν στα μεγάλα αστικά κέντρα. Η επένδυση σε «Έξυπνες Κωμοπόλεις» (Smart Villages/Towns) είναι ο τρόπος να γίνει η επαρχία ελκυστική για τις νέες γενιές.

Η ευρωπαϊκή στρατηγική για την τοπική ανθεκτικότητα οφείλει να αναγνωρίσει ότι οι επαρχιακές πόλεις, όπως ο Αλμυρός και το Βελεστίνο, αποτελούν την πρώτη γραμμή άμυνας της οικονομίας μας. Τα κονδύλια της ΕΕ δεν πρέπει να λειτουργούν ως απλές επιδοτήσεις, αλλά ως μοχλοί δομικού μετασχηματισμού. Είναι απαραίτητο να διεκδικηθούν πόροι που θα κατευθυνθούν απευθείας στην τοπική αυτοδιοίκηση και στις παραγωγικές δυνάμεις της περιοχής για έργα υποδομής μικρής κλίμακας αλλά υψηλής αξίας: από την προστασία του υδροφόρου ορίζοντα μέχρι την ψηφιακή διασύνδεση των τοπικών επιχειρήσεων. Μόνο έτσι η “ανθεκτικότητα” θα πάψει να είναι ένας θεωρητικός όρος και θα γίνει πράξη, προστατεύοντας το φυσικό και παραγωγικό περιβάλλον από την αλόγιστη εκμετάλλευση.