• 5 Απριλίου, 2017

“Έφυγε” ο Μιχάλης Μπατσκίνης – Αναδημοσίευση του αφιερώματος: Μια ραψωδία προσφυγιάς και σκληρής βιοπάλης

“Έφυγε” ο Μιχάλης Μπατσκίνης – Αναδημοσίευση του αφιερώματος: Μια ραψωδία προσφυγιάς και σκληρής βιοπάλης

Πλήρης ημερών, στα 96 του χρόνια απεβίωσε ο Μιχάλης Μπατσκίνης. Οι γονείς του Ανατολικορωμυλιώτες πρόσφυγες, εργάστηκαν και πρόκοψαν, χαρακτηριστικά που κληρονόμησε ο Μιχάλης Μπατσκίνης, για να κάνει τη δική του δύσκολη και δημιουργική πορεία στη ζωή.

Η Δέσποινα Κοτζιαπαναγιώτη, πριν από λίγα χρόνια, στον “Λαό”, στο Νοσταλγικό Αφιέρωμα στον Μιχάλη Μπατσκίνη έγραψε: Όταν ακούς ανθρώπους σαν τον κ. Μιχάλη Μπατσκίνη να διηγούνται ιστορίες, ο χρόνος είναι σαν να μην υπάρχει. Ένας άνθρωπος έξυπνος, ευχάριστος, ακούραστος, με αξιοθαύμαστη ζωντάνια και αξιοζήλευτη διαύγεια πνεύματος, που τον βοηθά να πηγαινοέρχεται από το παρελθόν στο παρόν με απίστευτη ευκολία, με σεβασμό στις αναμνήσεις του, μα και χωρίς να γίνεται δέσμιος αυτών, μας ταξίδεψε με τις διηγήσεις του και κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον μας, καθ’ όλη τη διάρκεια της συνάντησής μας, περιγράφοντας ένα κομμάτι μιας αναμφίβολα γεμάτης ζωής.

Ο ίδιος αφηγείται στο αφιέρωμα:

«Γεννήθηκα στις 4 Ιουνίου του 1921 στην Ευξεινούπολη. Οι γονείς μου ήταν φτωχοί, πρόσφυγες από την Ανατολική Ρωμυλία. Ο πατέρας μου αγροτοεργάτης και η μητέρα μου πολύ καλή μοδίστρα, με σταθερή πελατεία. Οι γυναίκες τότε δεν ήξεραν από υφάσματα, κι εκείνη πήγαινε στα εμπορικά μαγαζιά του Αλμυρού και ψώνιζε τα απαραίτητα. Έραβε για όλη την οικογένεια και οι περισσότεροι πελάτες της ήταν από τα «Πέτρινα» στην Ευξεινούπολη και από τα «Κουλουριώτικα» στον Αλμυρό. Ο γεωργικός κόσμος δεν πληρωνόταν κάθε μέρα. Όταν γίνονταν τ’ αλώνια και υπήρχαν χρήματα έκαναν τις απαραίτητες προμήθειες και φρόντιζαν να ράψουν κάποια ρούχα. Η μητέρα μου ήταν οδηγός. Έλεγε στις γυναίκες τί να πάρουν για το κάθε παιδί, για τους άντρες τους, για τις ίδιες, έραβε ποδιές, φούστες, φουστάνια, παντελόνια. Εμένα πολλές φορές μου έδινε ένα σημείωμα και μ’ έστελνε στο εμπορικό του Παπακωνσταντίνου. Εκείνος μόλις μ’ έβλεπε μου έλεγε: «Εσύ είσαι της Ελένης». Την ήξεραν όλοι γιατί τους έφερνε δουλειά. Οι περισσότερες γυναίκες δούλευαν έξω στα χωράφια, δεν ήταν εύκολο να πιάσουν την κλωστή και το βελόνι, δεν ήταν μαθημένες. Έραβε όλη νύχτα για να προλάβει να τελειώσει τις παραγγελίες, να βοηθήσει οικονομικά την οικογένεια, καθώς ο πατέρας μου συχνά ήταν χωρίς δουλειά…

Διαβάστε ολόκληρο το αφιέρωμα εδώ.


Σχετικά Άρθρα

Χρ. Τριαντόπουλος: Σε διαβούλευση οι αλλαγές για την παραχώρηση του αιγιαλού – Πρόταση τροποποίησης της διάταξης που αφορά τον “Daniel”

Χρ. Τριαντόπουλος: Σε διαβούλευση οι αλλαγές για την παραχώρηση του αιγιαλού – Πρόταση τροποποίησης της διάταξης…

Σε συνέχεια μίας σειράς από πρωτοβουλίες μίας ομάδας δεκατεσσάρων βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας όλη την προηγούμενη…
Αφίχθη η πρώτη πτήση από το Κατοβίτσε στον Αερολιμένα Ν. Αγχιάλου

Αφίχθη η πρώτη πτήση από το Κατοβίτσε στον Αερολιμένα Ν. Αγχιάλου

Πραγματοποιήθηκε σήμερα η άφιξη της πρώτης απευθείας πτήσης από το Κατοβίτσε της Πολωνίας στον Αερολιμένα Νέας…
Παρέμβαση Μεϊκόπουλου για Εσπερινό ΕΠΑΛ Αλμυρού: «Άμεση έγκριση σημαντικών τομέων & ειδικοτήτων»

Παρέμβαση Μεϊκόπουλου για Εσπερινό ΕΠΑΛ Αλμυρού: «Άμεση έγκριση σημαντικών τομέων & ειδικοτήτων»

Την άμεση επανεξέταση των εγκρίσεων τομέων και ειδικοτήτων του Εσπερινού ΕΠΑ.Λ. Αλμυρού ζητά με Αναφορά που…